Γερμανική λέξη: zwingen
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο B1
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- to force
- заставлять
- obligar
- obliger
- zorlamak
- zmuszać
- змушувати
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:Der Lehrer zwingt die Schüler zu lernen.