Γερμανική λέξη: befehlen
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- Приказувати
- Ordonner
- To command / Order
- Приказывать
- Mandar / Ordenar
- Emretmek
- Rozkazywać
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:Der General befiehlt den Soldaten.