Γερμανική λέξη: an·fangen
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- To begin / Start
- Начинать
- Empezar / Comenzar
- Commencer
- Başlamak
- Zaczynać
- Починати
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:Wir fangen jetzt an.