Γερμανική λέξη: retten

Πληροφορίες για τη λέξη

Μέρος του λόγου

Ρήμα

Επίπεδο δυσκολίας

Επίπεδο A1

Μετάφραση σε άλλες γλώσσες

  • To Save
  • Спасать
  • Salvar
  • Sauver
  • Kurtarmak
  • Ratować
  • Рятувати

Παραδείγματα στο κείμενο

  • Κείμενο:Der Feuerwehrmann rettet die Kinder.

Συνώνυμα