Γερμανική λέξη: retten
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A2
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- to save / to rescue
- спасать
- salvar / rescatar
- sauver
- kurtarmak
- ratować
- рятувати
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:Der Feuerwehrmann rettet die Kinder.
Κατεβάστε την εφαρμογή και μάθετε παντού
Αποκτήστε πρόσβαση σε όλες τις λειτουργίες από το κινητό σας — μάθετε πιο γρήγορα, πιο εύκολα και οποιαδήποτε στιγμή.