Γερμανική λέξη: bergen

Πληροφορίες για τη λέξη

Μέρος του λόγου

Ρήμα

Επίπεδο δυσκολίας

Επίπεδο A1

Μετάφραση σε άλλες γλώσσες

  • To Recover / To Salvage
  • Вытягивать / Спасать
  • Recuperar / Salvar
  • Récupérer / Sauver
  • Kurtarmak / Çıkarmak
  • Wydobywać / Ratować
  • Витягати / Рятувати

Παραδείγματα στο κείμενο

  • Κείμενο:Die Taucher bergen die Ladung aus dem Meer.

Συνώνυμα

Γερμανική λέξη: bergen - Σημασία, παραδείγματα στο κείμενο, μετάφραση | Folengo