Γερμανική λέξη: bergen
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο B2
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- to recover / to salvage / to harbor
- спасать, скрывать (в себе)
- rescatar / albergar
- récupérer / recéler
- kurtarmak / barındırmak
- wydobywać / kryć w sobie
- рятувати, ховати (в собі)
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:Die Taucher bergen die Ladung aus dem Meer.
Κατεβάστε την εφαρμογή και μάθετε παντού
Αποκτήστε πρόσβαση σε όλες τις λειτουργίες από το κινητό σας — μάθετε πιο γρήγορα, πιο εύκολα και οποιαδήποτε στιγμή.