Γερμανική λέξη: winden
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο B1
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- to wind / twist
- виться / скручивать
- retorcer / enrollar
- tordre / enrouler
- kıvırmak / dolamak
- wić / skręcać
- витися / скручувати
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:Der Weg windet sich durch den Wald.