Γερμανική λέξη: weisen
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A2
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- to show / indicate
- указывать
- indicar
- indiquer
- göstermek
- wskazywać
- вказувати
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:Er weist mir den Weg.