Γερμανική λέξη: wagen
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A2
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- to dare
- осмелиться
- atreverse
- oser
- cesaret etmek
- odważyć się
- наважуватися
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:Ich wage es nicht.
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A2
Κείμενο:Ich wage es nicht.