Γερμανική λέξη: verlieren

Πληροφορίες για τη λέξη

Μέρος του λόγου

Ρήμα

Επίπεδο δυσκολίας

Επίπεδο A1

Μετάφραση σε άλλες γλώσσες

  • to lose
  • терять
  • perder
  • perdre
  • kaybetmek
  • kaybetmek
  • втрачати

Παραδείγματα στο κείμενο

  • Κείμενο:Er verliert sein Handy.

Γερμανική λέξη: verlieren - Σημασία, παραδείγματα στο κείμενο, μετάφραση | Folengo