Γερμανική λέξη: treten
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A2
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- to step / kick
- наступать / пинать
- pisar / patear
- marcher sur / donner un coup de pied
- basmak / tekme atmak
- deptać / kopać
- ступати / бити ногою
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:Er tritt den Ball.