Γερμανική λέξη: tragen
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- to carry / wear
- носить
- llevar
- porter
- taşımak / giymek
- nosić
- носити
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:Ich trage eine Jacke.
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Κείμενο:Ich trage eine Jacke.