Γερμανική λέξη: streichen
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A2
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- to paint / cross out
- красить / зачёркивать
- pintar / tachar
- peindre / barrer
- boyamak / silmek
- malować / skreślać
- фарбувати / закреслювати
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:Wir streichen das Zimmer blau.