Γερμανική λέξη: stoßen
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A2
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- толкать
- empujar
- pousser
- itmek
- pchać
- штовхати
- to push / bump
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:Er stößt die Tür auf.
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A2
Κείμενο:Er stößt die Tür auf.