Γερμανική λέξη: sterben

Πληροφορίες για τη λέξη

Μέρος του λόγου

Ρήμα

Επίπεδο δυσκολίας

Επίπεδο A1

Μετάφραση σε άλλες γλώσσες

  • to die
  • умирать
  • morir
  • mourir
  • ölmek
  • umierać
  • помирати

Παραδείγματα στο κείμενο

  • Κείμενο:Die Pflanze stirbt ohne Wasser.

Γερμανική λέξη: sterben - Σημασία, παραδείγματα στο κείμενο, μετάφραση | Folengo