Γερμανική λέξη: steigen

Πληροφορίες για τη λέξη

Μέρος του λόγου

Ρήμα

Επίπεδο δυσκολίας

Επίπεδο A2

Μετάφραση σε άλλες γλώσσες

  • to climb / rise
  • подниматься / расти
  • subir
  • monter
  • yükselmek
  • wznosić się
  • підніматися / зростати

Παραδείγματα στο κείμενο

  • Κείμενο:Die Temperaturen steigen.

Κατεβάστε την εφαρμογή και μάθετε παντού

Αποκτήστε πρόσβαση σε όλες τις λειτουργίες από το κινητό σας — μάθετε πιο γρήγορα, πιο εύκολα και οποιαδήποτε στιγμή.

Γερμανική λέξη: steigen - Σημασία, παραδείγματα στο κείμενο, μετάφραση | Folengo