Γερμανική λέξη: sinnen
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- to reflect
- размышлять
- reflexionar
- réfléchir
- düşünmek
- rozmyślać
- роздумувати
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:Er sinnt über das Problem nach.