Γερμανική λέξη: schließen

Πληροφορίες για τη λέξη

Μέρος του λόγου

Ρήμα

Επίπεδο δυσκολίας

Επίπεδο A1

Μετάφραση σε άλλες γλώσσες

  • to close
  • закрывать
  • cerrar
  • fermer
  • kapatmak
  • zamykać
  • закривати

Παραδείγματα στο κείμενο

  • Κείμενο:Wir schließen das Fenster.

Γερμανική λέξη: schließen - Σημασία, παραδείγματα στο κείμενο, μετάφραση | Folengo