Γερμανική λέξη: schlagen
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- to hit / to beat
- бить
- golpear
- frapper
- vurmak
- bić
- бити
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:Er schlägt den Ball.
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Κείμενο:Er schlägt den Ball.