Γερμανική λέξη: schlafen
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- to sleep
- спать
- dormir
- dormir
- uyumak
- spać
- спати
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:Er schläft acht Stunden.
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Κείμενο:Er schläft acht Stunden.