Γερμανική λέξη: schießen

Πληροφορίες για τη λέξη

Μέρος του λόγου

Ρήμα

Επίπεδο δυσκολίας

Επίπεδο A1

Μετάφραση σε άλλες γλώσσες

  • to shoot
  • стрелять
  • disparar
  • tirer
  • ateş etmek
  • strzelać
  • стріляти

Παραδείγματα στο κείμενο

  • Κείμενο:Er schießt mit einer Pistole.

Γερμανική λέξη: schießen - Σημασία, παραδείγματα στο κείμενο, μετάφραση | Folengo