Γερμανική λέξη: salzen
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- to salt
- солить
- salar
- saler
- tuzlamak
- solić
- солити
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:Er salzt die Suppe.
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Κείμενο:Er salzt die Suppe.