Γερμανική λέξη: rufen
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- to call / to shout
- звать / кричать
- llamar / gritar
- appeler / crier
- çağırmak / bağırmak
- appeler / crier
- кликати / кричати
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:Er ruft seine Mutter.