Γερμανική λέξη: riechen
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- to smell
- пахнуть / нюхать
- oler
- sentir
- kokmak
- pachnieć / wąchać
- пахнути / нюхати
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:Die Blume riecht gut.