Γερμανική λέξη: raten
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- to advise / to guess
- советовать / угадывать
- aconsejar / adivinar
- conseiller / deviner
- tavsiye etmek / tahmin etmek
- radzić / zgadywać
- радити / відгадувати
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:Er rät seinem Freund.