Γερμανική λέξη: nehmen

Πληροφορίες για τη λέξη

Μέρος του λόγου

Ρήμα

Επίπεδο δυσκολίας

Επίπεδο A1

Μετάφραση σε άλλες γλώσσες

  • to take
  • брать
  • tomar
  • prendre
  • almak
  • brać
  • брати

Παραδείγματα στο κείμενο

  • Κείμενο:Er nimmt den Bus.

Γερμανική λέξη: nehmen - Σημασία, παραδείγματα στο κείμενο, μετάφραση | Folengo