Γερμανική λέξη: müssen
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- must / to have to
- должен / быть обязанным
- deber / tener que
- devoir
- zorunda olmak
- musieć
- мусити / бути змушеним
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:Er muss arbeiten.