Γερμανική λέξη: messen

Πληροφορίες για τη λέξη

Μέρος του λόγου

Ρήμα

Επίπεδο δυσκολίας

Επίπεδο A2

Μετάφραση σε άλλες γλώσσες

  • to measure
  • измерять
  • medir
  • mesurer
  • ölçmek
  • mierzyć
  • вимірювати

Παραδείγματα στο κείμενο

  • Κείμενο:Er misst die Temperatur.

Κατεβάστε την εφαρμογή και μάθετε παντού

Αποκτήστε πρόσβαση σε όλες τις λειτουργίες από το κινητό σας — μάθετε πιο γρήγορα, πιο εύκολα και οποιαδήποτε στιγμή.

Γερμανική λέξη: messen - Σημασία, παραδείγματα στο κείμενο, μετάφραση | Folengo