Γερμανική λέξη: messen
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- to measure
- измерять
- medir
- mesurer
- ölçmek
- mierzyć
- вимірювати
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:Er misst die Temperatur.
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Κείμενο:Er misst die Temperatur.