Γερμανική λέξη: lügen

Πληροφορίες για τη λέξη

Μέρος του λόγου

Ρήμα

Επίπεδο δυσκολίας

Επίπεδο A1

Μετάφραση σε άλλες γλώσσες

  • to lie (not tell the truth)
  • лгать
  • mentir
  • mentir
  • yalan söylemek
  • kłamać
  • брехати

Παραδείγματα στο κείμενο

  • Κείμενο:Er lügt oft.

Γερμανική λέξη: lügen - Σημασία, παραδείγματα στο κείμενο, μετάφραση | Folengo