Γερμανική λέξη: löschen
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- to extinguish / to delete
- гасить / удалять
- apagar / borrar
- éteindre / supprimer
- söndürmek / silmek
- gasić / usuwać
- гасити / видаляти
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:Er löscht das Feuer.