Γερμανική λέξη: lesen
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- to read
- читать
- leer
- lire
- okumak
- czytać
- читати
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:Sie liest ein Buch.
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Κείμενο:Sie liest ein Buch.