Γερμανική λέξη: leihen

Πληροφορίες για τη λέξη

Μέρος του λόγου

Ρήμα

Επίπεδο δυσκολίας

Επίπεδο A1

Μετάφραση σε άλλες γλώσσες

  • to lend / to borrow
  • одалживать / давать в долг
  • prestar
  • prêter
  • ödünç vermek / ödünç almak
  • pożyczać
  • позичати / давати в борг

Παραδείγματα στο κείμενο

  • Κείμενο:Er leiht mir ein Buch.

Γερμανική λέξη: leihen - Σημασία, παραδείγματα στο κείμενο, μετάφραση | Folengo