Γερμανική λέξη: leiden
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- to suffer
- страдать
- sufrir
- souffrir
- acı çekmek
- cierpieć
- страждати
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:Sie leidet unter Kopfschmerzen.