Γερμανική λέξη: laufen
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- to run / to walk
- бежать / ходить
- correr
- courir
- koşmak
- biec
- бігти / ходити
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:Er läuft schnell.
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Κείμενο:Er läuft schnell.