Γερμανική λέξη: lassen

Πληροφορίες για τη λέξη

Μέρος του λόγου

Ρήμα

Επίπεδο δυσκολίας

Επίπεδο A1

Μετάφραση σε άλλες γλώσσες

  • to let / to leave
  • позволять / оставлять
  • dejar
  • laisser
  • izin vermek / bırakmak
  • pozwalać / zostawiać
  • дозволяти / залишати

Παραδείγματα στο κείμενο

  • Κείμενο:Er lässt mich gehen.

Γερμανική λέξη: lassen - Σημασία, παραδείγματα στο κείμενο, μετάφραση | Folengo