Γερμανική λέξη: laden

Πληροφορίες για τη λέξη

Μέρος του λόγου

Ρήμα

Επίπεδο δυσκολίας

Επίπεδο A1

Μετάφραση σε άλλες γλώσσες

  • to load / to charge
  • грузить / заряжать
  • cargar
  • charger
  • yüklemek / şarj etmek
  • ładować
  • вантажити / заряджати

Παραδείγματα στο κείμενο

  • Κείμενο:Er lädt das Handy.

Γερμανική λέξη: laden - Σημασία, παραδείγματα στο κείμενο, μετάφραση | Folengo