Γερμανική λέξη: kennen

Πληροφορίες για τη λέξη

Μέρος του λόγου

Ρήμα

Επίπεδο δυσκολίας

Επίπεδο A1

Μετάφραση σε άλλες γλώσσες

  • to know
  • знать
  • conocer
  • connaître
  • tanımak
  • znać
  • знати / бути знайомим

Παραδείγματα στο κείμενο

  • Κείμενο:Er kennt die Stadt.

Γερμανική λέξη: kennen - Σημασία, παραδείγματα στο κείμενο, μετάφραση | Folengo