Γερμανική λέξη: gleiten
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- to glide
- скользить
- deslizarse
- glisser
- kaymak
- ślizgać się
- ковзати
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:Der Vogel gleitet durch die Luft.