Γερμανική λέξη: gleichen
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- to resemble
- быть похожим
- parecerse
- ressembler
- benzemek
- być podobnym
- бути схожим
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:Er gleicht seinem Vater.