Γερμανική λέξη: gewinnen
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- gewinnen
- выигрывать
- ganar
- gagner
- kazanmak
- wygrać
- вигравати
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:Er gewinnt das Spiel.
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Κείμενο:Er gewinnt das Spiel.