Γερμανική λέξη: finden
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- to find
- находить
- encontrar
- trouver
- bulmak
- znajdować
- знаходити
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:Sie findet den Schlüssel.
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Κείμενο:Sie findet den Schlüssel.