Γερμανική λέξη: fangen
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- to catch
- ловить
- atrapar
- attraper
- yakalamak
- łapać
- ловити
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:Er fängt den Ball.
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Κείμενο:Er fängt den Ball.