Γερμανική λέξη: binden

Πληροφορίες για τη λέξη

Μέρος του λόγου

Ρήμα

Επίπεδο δυσκολίας

Επίπεδο A1

Μετάφραση σε άλλες γλώσσες

  • To Connect
  • Связывать
  • Conectar
  • Relier
  • Bağlamak
  • Łączyć
  • Зв’язувати

Παραδείγματα στο κείμενο

  • Κείμενο:Ich verbinde die Kabel.

Γερμανική λέξη: binden - Σημασία, παραδείγματα στο κείμενο, μετάφραση | Folengo