Γερμανική λέξη: weichen
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A2
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- to give way / retreat
- уступать / отступать
- ceder
- céder
- geri çekilmek
- ustępować
- відступати
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:Er weicht keinen Schritt zurück.