Γερμανική λέξη: eindringen
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο B2
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- to penetrate / to intrude
- проникать
- penetrar
- pénétrer
- sızmak
- penetrować
- проникати
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:Das Wasser dringt in die Wand ein.
Κατεβάστε την εφαρμογή και μάθετε παντού
Αποκτήστε πρόσβαση σε όλες τις λειτουργίες από το κινητό σας — μάθετε πιο γρήγορα, πιο εύκολα και οποιαδήποτε στιγμή.