Γερμανική λέξη: dringen

Πληροφορίες για τη λέξη

Μέρος του λόγου

Ρήμα

Επίπεδο δυσκολίας

Επίπεδο A1

Μετάφραση σε άλλες γλώσσες

  • to penetrate / to insist
  • проникать / настаивать
  • penetrar / insistir
  • pénétrer / insister
  • sızmak / ısrar etmek
  • przenikać / nalegać
  • проникати / наполягати

Παραδείγματα στο κείμενο

  • Κείμενο:Das Wasser dringt in die Wand ein.

Συνώνυμα

Γερμανική λέξη: dringen - Σημασία, παραδείγματα στο κείμενο, μετάφραση | Folengo