Γερμανική λέξη: schwellen
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- to swell
- опухать
- hincharse
- gonfler
- şişmek
- puchnąć
- набрякати
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:Sein Fuß schwillt an.
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Κείμενο:Sein Fuß schwillt an.