Γερμανική λέξη: saufen
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο A1
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- to booze / to drink (alcohol, colloquial)
- бухать / пить (разг.)
- beber (coloquial)
- picoler (familier)
- içmek (argo)
- chlać (potocznie)
- бухати / пити (розм.)
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:Er säuft Bier.