Αγγλική λέξη: to yield
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο B2
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- уступать / отступать
- weichen
- ceder / retroceder
- céder / reculer
- boyun eğmek / çekilmek
- ustępować / cofać się
- відступати / поступатися
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:I yield to stronger arguments.