Αγγλική λέξη: to swell

Πληροφορίες για τη λέξη

Μέρος του λόγου

Ρήμα

Επίπεδο δυσκολίας

Επίπεδο B2

Μετάφραση σε άλλες γλώσσες

  • опухать / увеличиваться
  • schwellen
  • hinchar / aumentar
  • enfler / gonfler
  • şişmek / büyümek
  • puchnąć / zwiększać się
  • набрякати / збільшуватися

Παραδείγματα στο κείμενο

  • Κείμενο:His ankle began to swell after the fall.

Κατεβάστε την εφαρμογή και μάθετε παντού

Αποκτήστε πρόσβαση σε όλες τις λειτουργίες από το κινητό σας — μάθετε πιο γρήγορα, πιο εύκολα και οποιαδήποτε στιγμή.

to swell — λέξη της αγγλικής γλώσσας με μετάφραση στα ελληνικά: ****. Μέρος του λόγου — Ρήμα. Επίπεδο δυσκολίας — B2. Σε αυτήν τη σελίδα έχει συγκεντρωθεί όλη η βασική πληροφορία για τη λέξη: η σημασία, παραδείγματα χρήσης στον ζωντανό λόγο, η προφορά και οι γραμματικές λεπτομέρειες που βοηθούν να την απομνημονεύσετε για μεγάλο διάστημα και να τη χρησιμοποιείτε σωστά στον λόγο σας.

Το λεξιλόγιο μαθαίνεται πιο αποτελεσματικά μέσα σε συμφραζόμενα, γι' αυτό εδώ θα βρείτε παραδείγματα με τη λέξη to swell, θα μπορέσετε να ακούσετε την προφορά και να την προσθέσετε στη λίστα σας για επανάληψη. Το σύστημα επανάληψης σε διαστήματα θα σας θυμίσει το ίδιο πότε ήρθε η ώρα να επιστρέψετε στη λέξη, ώστε να εδραιωθεί στο ενεργό σας λεξιλόγιο.

Μάθετε αγγλικές λέξεις online μαζί με το Folengo — με μεταφράσεις, παραδείγματα και βολική επανάληψη. Έτσι το νέο λεξιλόγιο απομνημονεύεται πιο εύκολα και η γλώσσα γίνεται πιο οικεία μέρα με τη μέρα.

Αγγλική λέξη: to swell - Σημασία, παραδείγματα στο κείμενο, μετάφραση | Folengo