Αγγλική λέξη: to deceive
Πληροφορίες για τη λέξη
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο B2
Μετάφραση σε άλλες γλώσσες
- обманывать
- trügen
- engañar
- tromper
- aldatmak
- oszukiwać
- обманювати
Παραδείγματα στο κείμενο
Κείμενο:He deceives people.
Μέρος του λόγου
Ρήμα
Επίπεδο δυσκολίας
Επίπεδο B2
Κείμενο:He deceives people.